Ατυχής παρομοίωση

Κι αν η ερωμένη μου ζητά καμιά φορά
ένα ποίημα να της αφιερώσω
πώς να κάνω κάτι τέτοιο όταν
κάθε ποίημα ως γυναίκα άλλη το λογίζω;

Μες στο πλήθος ψάχνω στην αρχή

όχι για την ομορφότερη

μα για ένα χαρακτηριστικό της

μικρό ή κι ασήμαντο

που την προσοχή θα μου τραβήξει.

Μια ελιά πάνω απ’ τα χείλη

-στίχος ανομοιοκατάληκτος-

ένα ανεπαίσθητο ψεύδισμα

-σαν ρηχό χαϊκού-

ή μια ανεπιτήδευτα πεσμένη τιράντα

-χάρισμά σας ο τίτλος!

Πλησιάζω άμεσα, αποφασιστικά

κι ας γνωρίζω πως μπροστά της τα λόγια μου θα χάσω

-κάθε αρχή ποιήματος δύσκολη.

Ένα νεύμα, μια ανταπόκριση,

έστω ένα τυχαίο άγγιγμα

θα βάλει τα πράγματα σ’ ένα δρόμο.

Επαναλαμβανόμενες έξοδοι

για ποτό, για κουβέντα, για υπερανάλυση

-πόσα ακόμα γράψε-σβήσε;-

πριν τη στιγμή που στο κρεβάτι θα τη γδύσω

και τη στύση μου συντονίσω

με την κορύφωσή της

-ε, σουρεαλισμέ, σταμάτα να μας παίρνεις μάτι.

Κώστας Δεσποινιάδης

Άσπλαχνη μνήμη, άδικη

ό,τι ωραίο έζησα λιώνει

σαν να ‘ταν χιόνι

κι όλα τα άσχημα εδώ

βουνά αμετακίνητα.

Να πάνε στα τσακίδια

τα γερμανοθρεμμένα μαμμόθρεφτα

και οι νοικοκυραίοι ποιητές

της ζεστής καμαρούλας.

Μετρήστε τους δεκαπεντασύλλαβους

αν είναι σωστοί,

αν είναι στη θέση τους τα ούμλαουτ

στα ποιήματα του Χέλντερλιν,

αν στέκουν τα μέτρα και οι ίαμβοι

και αδειάστε μας τη γωνιά.

Κρύο και παγωνιά έχει έξω,

κρύο και παγωνιά.

Διαβάζω στο διαδίκτυο

επιχειρήματα και κόντρα επιχειρήματα

για τον θάνατο των βιβλίων.

Ότι η ψηφιακή τυπογραφία

θα αντικαταστήσει την παραδοσιακή

ότι τα pixels θα αντικαταστήσουν

τους τσίγκους και τα στιγμόμετρα

ότι η άυλη απεραντότητα

του ψηφιακού κόσμου

θα υπερτερήσει των δυσβάσταχτων

χάρτινων όγκων.

Μπορεί.

Αλλά το ωραιότερο κοπλιμέντο

που είπα κάποτε σε γυναίκα

είναι ότι μυρίζει καλύτερα κι από

φρεσκοτυπωμένο βιβλίο

κι αυτό, διάολε, δεν θα

μπορούσα να το πω

αν δεν υπήρχε τυπογραφία.

Γραμμένες έχω τις υψιπετείς θεωρίες

τα μεταδιδακτορικά στη σημειολογία

τα Dasein, τα Vernunft/Verstand

και τα λοιπά μπαρμπούτσαλα

από εκκολαπτόμενους παπαγάλους

ακαδημαϊκούς

που δεν ξέρουν μήτε γιατί δούλευε

χαμάλης ο Άρης Αλεξάνδρου

μήτε και πού μετέφρασε τους Δαιμονισμένους

σε θέλω νύχτα

να χτυπάει η φλέβα σου

να κλαις με Λεοντάρη

για τ’ άδικα του κόσμου

να μη σε πιάνει το μάτι τους

ει δυνατόν ούτε το στόμα τους

εν γη αλμυρά το δάκρυ σου

πάντα με τους λησμονημένους.

Λέει ο Κάφκα:

Το βιβλίο πρέπει να είναι

το τσεκούρι που σπάει

την παγωμένη θάλασσα

μέσα μας.

Διάβασα χιλιάδες

αλλά η παγωνιά εκεί,

επιμένει.

Επιλογή ποιημάτων από τη συλλογή “Ζέλμπα” (εκδ. Πανοπτικόν)
του εκδότη, επιμελητή, μεταφραστή και ποιητή Κ. Δεσποινιάδη.

Υπήρξε μια εποχή*

 

 

 

 

 

 

υπήρχε κάποτε μια εποχή

που ήμασταν κύριοι με το κάπα κεφαλαίο

που δεν μας ένοιαζε τίποτα

κι ας μας ζητούσαν όλοι τα ρέστα

πρώτοι πέρναγαν οι γιακάδες

όλο παράπονα πως τους αφήναμε ασιδέρωτους

πως καθόλου όμορφοι δεν ένιωθαν χωρίς γραβάτες

ξεχυθήκαμε σε ανατολίτικα παζάρια και στους καλύτερους οίκους μόδας

να βρούμε γραβάτες ταιριαστές και καθωσπρέπει

μα σταθήκαμε άτυχοι

όλου του κόσμου οι γραβάτες ανήκαν

σε πέντε δανδήδες που ανταγωνίζονταν

ποιος έχει τη μεγαλύτερη συλλογή

ύστερα ήρθαν τα μανικετόκουμπα

χρυσοποίκιλτα και εκθαμβωτικά τόσο

που την όρασή μας χάσαμε

απ’ το ένα μάτι ευτυχώς

κύκλωπες πια τριγυρνάμε

μες στις σπηλιές μας

έπειτα πέρασαν οι τσέπες

τρύπιες και ξεσκισμένες

όλη την ώρα γκρίνιαζαν

πως τις αφήναμε να κρυώνουν

πως είναι στερημένες από χάδια

πως βαρέθηκαν κέρματα και εισιτήρια

λες και δεν γνώριζαν ότι

έχουμε μονάχα δυο χέρια κι ότι

είναι συνεχώς απασχολημένα

με δουλειές με χρήματα

με πέη και με στήθη

τελευταία κατέφτασαν τα φουλάρια

αραχνοΰφαντα και πλουμιστά

στο βλέμμα τους μπορούσε κανείς να διακρίνει

τη ζήλια για τα ζεστά κι ολόμαλλα κασκόλ

τότε εμείς για να τα παρηγορήσουμε

καλέσαμε συνέλευση όπου

πήραμε ομόφωνα την απόφαση

να τα προτιμήσουμε

για τη στιγμή που έρχεται

και θα κρεμαστούμε

 

* ο τίτλος, ο πρώτος στίχος και η απουσία στίξης επηρεάστηκαν
από το ποίημα «Η εποχή του σιδήρου» του Γιώργου Καλοζώη.