Επιγράμματα

ΙΧ 133 ΑΝΩΝΥΜΟΥ
Μοιάζει αυτός που χώρισε κι άλλη γυναίκα παίρνει
με ναυαγό που στο βυθό ντουγρού ξαναπηγαίνει.

Χ 58. ΠΑΛΛΑΔΑ
Γυμνός ήρθα πάνω στη γη, γυμνός θα μπω από κάτω.
Αφού είν’ το τέλος μου γυμνό, ματαίως όλα τα πράττω.

Χ 28. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
Είναι η ζωή μία στιγμή
γι’ αυτόν που τη γλεντάει
και μια στιγμή όλη η ζωή
για κείνον που πονάει.

Χ 67. ΜΑΚΗΔΟΝΙΟΥ ΥΠΑΤΟΥ
Μνήμη και Λήθη, πάντοτε να ’στε καλά ζητάω.
Για να θυμάμαι τα καλά και τ’ άλλα να ξεχνάω.

ΧΙ 46. ΑΥΤΟΜΕΜΟΝΤΟΣ ΚΥΖΙΚΗΝΟΥ
Το βράδυ, όταν πίνουμε, μας θεωρούν ανθρώπους
μα το πρωί τρωγόμαστε με των θηρίων τους τρόπους.

XI 66. ΑΝΤΙΦΙΛΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
Το ζαρωμένο δέρμα κι αν τεντώσεις,
τ’ αβλέφαρά σου μάτια μπογιατίσεις,
την άσπρη τρίχα μαύρη χρωματίσεις
και το μαλλί με μπούκλες κατσαρώσεις
μάταια όλα αυτά, γελοία θα ’ναι
κι αν θες κι άλλα πολλά να κάνεις, κάνε.

ΧΙ 323. ΠΑΛΛΑΔΑ
Οι κόλακες κι οι κόρακες διαφέρουν σ’ ένα γράμμα
και θα ’ταν όμοιοι εντελώς, το ρω αν γινόταν λάμδα.
Γι’ αυτό φυλάξου απ’ αυτό το ζώο, φιλαράκι-
μάθε πως είναι ο κόλακας των ζωντανών κοράκι.

XI 421. ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΟΥ
Απόντα αν κακολογείς,
να τόνε βλάψεις δεν μπορείς.
Μα αν κάποιον επαινείς μπροστά του,
αυτό θα είναι για ζημιά του.

ΧΙ 277. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ
Σε τεμπέλη.
Ο Μάρκος είδε όνειρο τροχούς πως είχε βγάλει
και δεν ξανακοιμήθηκε, μην ξανατρέξει πάλι.

ΧΙ 278. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ
Σε φιλόλογο κερατά.
Τον Πάρη, το Μενέλαο έξω σ’ άλλους μαθαίνεις
μα μέσα οι Πάρηδες πολλοί είν’ της δικής σου Ελένης.

Χ 124. ΓΛΥΚΩΝΟΣ
Όλα είναι γέλιο και μηδέν κι η σκόνη τους θα μείνει
μιας και απ’ το παράλογο τα πάντα έχουν γίνει.

Χ 60. ΠΑΛΛΑΔΑ
Κι αν έχεις πλούτη, τι μ’ αυτό; Πίσω δε θα τ’ αφήσεις;
Μ’ όλο το βιος σου δεν μπορείς το βίο ν’ αβγατίσεις…

Δεν ήμουν της ζωής μου εγώ ποτέ ιδιοκτήτης.
Γι’ αυτό και την επέστρεψα στο Χρόνο δανειστή της.

Επιγράμματα από την Παλατινή Ανθολογία σε απόδοση του Ι. Ν. Κυριαζή.

Ποίηση είναι τα πάντα

Το μελάνι στην πένα ενός ανερχόμενου συγγραφέα

τελειώνει τη στιγμή που

υπογράφει αντίτυπα κι αφιερώσεις

στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου του.

Το ρεύμα κόβεται τη στιγμή που

δεκάδες νέοι γραφιάδες πληκτρολογούν στο λάπτοπ

πρωτόλειους στίχους, μη προφταίνοντας

το έγγραφο ν’ αποθηκεύσουν.

Ένας καταξιωμένος ποιητής

τη γλώσσα του δαγκώνει, ενώ απαγγέλλει στίχους

που τον κόσμο ολάκερο θ’ αλλάξουν.

Κι αυτές τις στιγμές

για ποίηση τις λογαριάζω.

περιέχεται στο τσακμάκι#6 που κυκλοφορεί

Αέρας

Αόρατος για μας τους θνητούς, γι’ αυτό και παντοδύναμος

σκορπώντας τη μια τρόμο, χαρά την άλλη

τρυπώνεις όπου συ θες.

Κάτω απ’ το φουστάνι τους μηρούς της να δροσίζεις

μέσα στο μπουκάλι το κρασί να κάνεις ξύδι

πάνω απ’ τη μονοκατοικία να ακριβοπληρώνεσαι

ανάμεσα στα ενωμένα χείλια τις γλώσσες να ζηλεύεις.

Κι αν μικρός σ’ είχα μισήσει

βλέποντάς σε τη φωτιά να δυναμώνεις στην πυρκαγιά του δάσους,

όλα τα ξέχασα τη στιγμή που έμαθα

πως πέρα απ’ τα πνευμόνια

γεμίζεις κι αυτό το μπαλονάκι στην καρδιά

κρατώντας τη φωτιά ακόμα αναμμένη.